Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ καὶ ὁ Γέρων Δαμασκηνὸς

 

«Εἶμαι ἡ Παρασκευή!»

 Παπποῦς αἰσθανόταν τὴν ἀγάπη τῶν Ἁγίων νὰ τὸν διαπερνᾶ σὰν ζεστὸ ρεῦμα, ὅπως εἶχε ὁμολογήσει ὁ ἴδιος. Καὶ οἱ λόγοι του διαβεβαιώνουν ὅτι ἡ τάσις αὐτοῦ τοῦ ρεύματος ἦταν ὑψηλή: «Ἔχουμε συγχορευτάς καὶ συνεορτάζοντας καὶ συνεορταζομένους τοὺς Ἁγίους καὶ ὅλον τὸν οὐράνιο κόσμο. Οἱ Ἅγιοι μὲ τὴν ἀγάπη τους μᾶς παίρνουν τὰ μυαλά, ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε… Ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ἐπικοινωνοῦν μαζί μας, γιατί εὑρίσκονται μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἐμποδίζονται ἀπὸ τὴν ὕλη. Λοιπόν, μᾶς παρακολουθοῦν ἐμᾶς συνεχῶς ἀπὸ κοντὰ καί, ὅταν τοὺς παρακαλοῦμε, ἀμέσως μᾶς ἐπισκέπτονται καὶ μᾶς σώζουν ἀπὸ πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ μᾶς εὐφραίνουν τὸν νοῦ…

Ἡ Ἁγία Θεοπρομήτωρ Ἄννα

«Ἡ Ἁγία Ἄννα, ἡ γιαγιὰ κατὰ σάρκα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἀπὸ τή φυλή τοῦ Λευί, κόρη τοῦ ἱερέα Ματθὰν καὶ τῆς γυναίκας του Μαρίας. Ὁ Ματθὰν ἱεράτευε ἐπὶ τῆς βασιλείας Κλεοπάτρας καὶ Σαπώρου ἢ Σαβωρίου, βασιλιὰ τῶν Περσῶν, καὶ τῆς βασιλείας Ἡρώδου τοῦ Ἀντιπάτρου. Ὁ Ματθὰν εἶχε τρεῖς κόρες, τήν Μαρία, τήν Σοβὴ καὶ τὴν Ἄννα. Παντρεύτηκε ἡ πρώτη στή Βηθλεὲμ καὶ γέννησε τήν Σαλώμη, τήν μαία. Παντρεύτηκε ἡ δεύτερη, κι αὐτὴ στή Βηθλεέμ, καὶ γέννησε τὴν Ἐλισάβετ (τήν μητέρα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου).

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 20 Ἰουλίου 2025, Τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ (Ἰακ. ε΄ 10-20)

10 ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελ­φοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. 11 ἰδοὺ μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπο­μονὴν Ἰὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύ­ριος καὶ οἰκτίρμων. 12 Πρὸ πάντων δέ, ἀδελ­φοί μου, μὴ ὀμνύετε μήτε τὸν οὐρανὸν μήτε τὴν γῆν μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ, ἵνα μὴ εἰς ὑπόκρισιν πέσητε. 13 Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. 14 ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐ­τὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· 15 καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ.

Τὸ μυστήριο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά μας. 

«Οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλη τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ καθεύδη καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνη καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδέν αὐτός. αὐταμάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ, πρῶτον χόρτον, εἶτα στάχυν, εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ» (Μκ. 4:26-28).

 Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιά τὴν ὁποία μιλάει ἐδῶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός; Αὐτὴ γιά τὴν ὁποία εἶπε· «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λκ. 17, 21)

Μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ σπόρου πού βλασταίνει καὶ στή συνέχεια γίνεται στάχυ, ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ μεγάλο μυστήριο, τὸ μυστήριο πού τελεῖται μέσα στήν ψυχὴ τοῦ κάθε χριστιανοῦ, ὅταν αὐτὴ γίνεται κοινωνὸς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Εἰς τούς Ἁγίους Ἀποστόλους

«Πῶς, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἐνῶ τοὺς ἀπομάκρυναν καὶ τοὺς ἐξεδίωκαν… καὶ ἐνῶ δέν διέθεταν κανένα ἀπολύτως χάρισμα λόγου, οὔτε κοσμικὴ λάμψη, οὔτε πλοῦτο, οὔτε κατάγονταν ἀπὸ σπούδαία πόλη ἢ ἀπὸ μεγάλο ἔθνος ἢ ἀπὸ ἔνδοξο γένος, οὔτε εἴχαν ἐντυπωσιακὸ ἐπάγγελμα, οὔτε δόξα κοσμική, οὔτε κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτά πού φαντάζουν στά μάτια τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ εἶχαν τὰ ἐντελῶς ἀντίθετα, δηλαδὴ ἁπλοϊκότητα, λιτότητα, φτώχια, μῖσος καὶ ἀπέχθεια ἀπέναντί τους, διότι, ὡς Ἰουδαῖοι, ἦταν μισητοὶ ἀπὸ ὅλους· καὶ ἐνῶ στέκονταν καὶ κήρυτταν μπροστὰ σὲ χιλιάδες λαοῦ καί δίδασκαν παράδοξα γιά τοὺς ἀκροατὲς τους διδάγματα, παρὰ ταῦτα τοὺς ἔπειθαν. Διότι πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι καὶ οἱ ἐντολές πού τοὺς ἔδιναν ἀπαιτοῦσαν πολὺ κόπο γιά νά ἐφαρμοσθοῦν, καὶ οἱ διδασκαλίες τους ἔβαζαν τοὺς ἀκροατὲς τους σὲ πολλοὺς κινδύνους. Διότι αὐτοί πού ἄκουαν τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καὶ ἐπρόκειτο νά πιστεύσουν, ἕως τότε ζοῦσαν μέσα σὲ ἀπολαύσεις καὶ μέθες καὶ πολλὴ κακία…

Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Ἀπόστολον Παῦλον

Λόγος β´

 Τί τέλος πάντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ πόση εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς δικῆς μας φύσης καὶ πόσο ἱκανὸ στὴν ἀρετὴ εἶναι αὐτὸ τὸ ὄν, μᾶς τὸ ἔδειξε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὁ Παῦλος. Καὶ τώρα σηκώνεται, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔχει φθάσει, καὶ μὲ καθαρὴ φωνὴ πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ κατηγοροῦν τὴ φύση μας ἀπολογεῖται γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου, προτρέπει γιὰ ἀρετή, κλείνει τὰ ἀναίσχυντα στόματα τῶν βλάσφημων καὶ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἂν θέλουμε νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας. Γιατὶ χωρὶς νὰ ἔχει ἄλλη φύση, οὔτε νὰ ἔχει λάβει ἄλλη ψυχή, οὔτε νὰ κατοίκησε σ᾿ ἄλλο κόσμο, ἀλλὰ ἂν καὶ ἀνατράφηκε στὴν ἴδια γῆ καὶ τόπο καὶ μὲ τοὺς ἴδιους νόμους καὶ συνήθειες, ξεπέρασε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἀπὸ τότε ποὺ ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι.