Π Α Ν Η Γ Υ Ρ Ι Σ

 ερο ξωκλησίου «ΑΓΙΟΥ  ΛΟΥΚΑ» Παλαιάς Κλεισσος

10, 11 ουνίου 2025


Τὰ ψυχοσάββατα: Ἡ ἰδιαίτερη μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας για τοὺς κεκοιμημένους

Μέσα στήν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιά τοὺς κεκοιμημένους ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι’ αὐτούς.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἕνα ἐβδομαδιαῖο Πάσχα, ἔτσι τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιά νά τοὺς μνημονεύουμε καὶ νά ἔχουμε κοινωνία μαζὶ τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στίς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθροὺς του πού ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ἀλλὰ ζητᾶ καί τίς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτούς.

Στό δίπτυχο, ποὺ φέρνουμε μαζί μέ τὸ πρόσφορο γιά τήν θεία Λειτουργία, ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Ὁ Χριστός, μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς, σύμφωνα μέ τὴν βεβαιώσή Του, ἔστειλε, τὴν πεντηκοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴν δεκάτη ἀπὸ τὴν Ἀνάληψή Του, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα.

Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶχε προαναγγείλει στούς Μαθητὲς τὴν Ἀποστολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Καὶ ἐγώ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ’ ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται» (Ἴωάν. ιδ’, 16-17). Καὶ ἀμέσως μετὰ εἶπε: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν» (Ἰωάν. ιδ’, 26). Καὶ μετὰ εἶπε: «συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγώ ἀπέλθω. Ἐὰν γὰρ ἐγώ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἂν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς» (Ἰωάν. ις’, 7).

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

Ἡ ἁγία Ὀρθόδοξος πίστις μας δὲν εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἰδεολογίες ἢ τὶς φιλοσοφίες ἢ ἀκόμη καὶ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ὁ Θεὸς τὸν Ὀρθοδόξων δὲν εἶναι ὁ θεὸς τῶν φιλοσόφων, δηλαδὴ μία ἰδέα ἢ μία ὑψίστη ἀπρόσωπη ἀρχὴ ἢ μία θρησκευτικὴ ἀξία, στὴν ὁποία ἀναγόμαστε ἀρχίζοντας ἀπὸ τὶς κατώτερες ἀξίες.

Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε σὲ Θεὸ προσωπικό, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸς ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό Του σὲ ἐμᾶς διὰ τοῦ δευτέρου προσώπου Του, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σαρκώνεται, κηρύσσει τὸ Εὐαγγέλιο, θαυματουργεῖ, σταυρώνεται, ἀνίσταται ἐκ τῶν νεκρῶν, ἀναλαμβάνεται στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀποστέλλει τὸν Παράκλητο, γιὰ νὰ μᾶς ἑνώση μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ νὰ ἀποκαταστήση τὴν διαταραχθεῖσα σχέσι μαζί Του. Νὰ μᾶς φέρη σὲ προσωπικὴ συνάντησι, κοινωνία, καὶ ἕνωσι μὲ τὸν Θεό.

Kυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Αὐτή τήν Κυριακή ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς. Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ΄ 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες. Ἡ διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦ Δέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.

Η Ανάληψη του Κυρίου

Ένα ρίγος χαράς διαπερνά τη λέξη «ανάληψη», που δείχνει μια πρόκληση προς τους αποκαλούμενους «νόμους της φύσεως», προς τη διαρκή κάθοδο και πτώση· είναι μια λέξη που ακυρώνει τους νόμους της βαρύτητας και πτώσης. Εδώ αντίθετα τα πάντα είναι ελαφράδα, πέταγμα, μια ατέλειωτη άνοδος. Η Ανάληψη του Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετά το Πάσχα, την Πέμπτη της έκτης εβδομάδας μετά τη γιορτή της Ανάστασης του Χριστού.

Την Τετάρτη, την παραμονή, η Εκκλησία τελεί την αποκαλούμενη «Απόδοση της εορτής του Πάσχα», σαν να χαιρετά δηλ. το Πάσχα. Η ακολουθία είναι ακριβώς η ίδια, απ’ αρχής μέχρι τέλους, όπως αυτή της νύχτας του Πάσχα, με την απαγγελία ακριβώς των ίδιων στίχων: «Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοῦ…», «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ». Όταν ψάλλει αυτούς τους στίχους ο ιερεύς, κρατά την πασχάλια λαμπάδα και θυμιατίζει ολόκληρη την εκκλησία, ενώ σε απάντηση ψάλλεται το «Χριστὸς ἀνέστη”. Αποχωριζόμαστε το Πάσχα, το «αποδίδουμε» στο επόμενο έτος.