Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.
Γέννηση και ανατροφή
Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα, η οποία την ανέλαβε για να την θηλάσει (ας μην ξεχνάμε ότι τότε δεν υπήρχαν βρεφικά γάλατα και εάν μια νέα μητέρα έφευγε από τη ζωή, το θηλασμό του βρέφους αναλάμβανε μια άλλη μητέρα).
Ἡ πρώτη παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ πρός τόν προφήτη Ἠλία εἶναι ὅτι τόν διατρέφει στήν ἔρημο μέσω ἑνός πτηνοῦ πού εἶναι μισότεκνο, τόν διατρέφει μέ ἕναν κόρακα. Καί εἶναι γνωστό ὅτι ὁ κόρακας εἶναι ζῶο μισότεκνο, γιατί δέν ἀγαπᾶ οὔτε τρέφει τά νεογνά του. Γι’ αὐτό ὁ προφήτης Δαβίδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό καί νά Τοῦ ζητοῦν τροφή «καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν» (τόν Θεό). Καί γίνεται αὐτό διότι ὁ γονέας τους δέν τούς φέρνει τροφή. Βέβαια εἶναι γνωστό ὅτι τά νεογνά τῶν κοράκων, μᾶλλον θά λέγαμε ὅλα τά νεογνά, δέν ἔχουν δύναμη, γιά νά συλλέξουν τήν τροφή τους, γι’ αὐτό τό ἔργο αὐτό τό ἀναλαμβάνουν οἱ γονεῖς τους. Ὅμως τά νεογνά τῶν κοράκων τό στεροῦνται αὐτό, διότι οἱ γονεῖς τους εἶναι μισότεκνοι. Καί ὁ Δαβίδ, γιά νά δείξει τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, λέει ὅτι ὁ Θεός τρέφει τά νεογνά αὐτά. Πῶς; Τά μικρά τῶν κοράκων κρατοῦν τό στόμα τους ἀνοικτό στόν ἀέρα καί ἡ Θεία Πρόνοια ἐπιτρέπει νά πετοῦν στόν ἀέρα μικρά ζωΰφια, τά ὁποῖα μπαίνουν στό στόμα τους καί ἔτσι διατρέφονται καί μεγαλώνουν. Γι’ αὐτό λέει: «τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν».
Ἀφ’ ὅτου ὡς νέος γνώρισε τοὺς ὁσίους Γέροντες Σίλβεστρο, Ἀρσένιο, Γρηγόριο καὶ Νήφωνα, ὁ θεῖος πόθος πυρπόλησε τὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἰσάγγελον ζωὴ τῶν μοναχῶν. Τόσος ἦταν ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ παραμείνη καὶ μία ἀκόμη στιγμὴ στὸν κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιστατικὸ πού ἔλαβε χώρα στὸ λιμάνι τῆς Νάξου τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.
14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
Εἶμαι πλέον γέρος ἀλλά ἤδη ἀπό τά πρῶτα παιδικά μου χρόνια δέχθηκα τίς ἐντυπώσεις τῆς εἰρήνης καί τοῦ φωτός. Ἀπό τήν ἀρχή τοῦ ρωσοϊαπωνικοῦ πολέμου (1904-1905) ὡς τίς ἡμέρες μᾶς βλέπω ὅλη τήν ἀνθρωπότητα βυθισμένη σέ ἀδελφοκτόνους πολέμους, καί ἀκόμη δέν ὑπάρχει φῶς στόν ὁρίζοντα. Ἀντιθέτως μάλιστα, κάλυψαν τόν οὐρανό πρωτοφανῆ μαῦρα σύννεφα, ἕτοιμα νά προκαλέσουν ἀποκαλυπτική καταιγίδα… Καί ἐγώ, βλέποντας τήν θηριώδη αὐτή κατάσταση ἀπό τά νεανικά μου χρόνια, ἤμουν ἕτοιμος νά βγῶ στούς δρόμους καί τίς πλατεῖες μέ ἀναμμένο φανάρι, ὅπως ὁ Διογένης, γιά νά ἀναζητήσω ἄνθρωπο… Βλέποντας ὅμως τόν Χριστό, χάρηκα γιά τό θαυμάσιο αὐτό εὕρημα καί ποτέ πιά δέν μπορῶ νά ξεχάσω τό γεγονός αὐτό τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου μας. Στήν πραγματικότητα μόνο αὐτός, ὁ Χριστός, εἶναι καί τέλειος Ἄνθρωπος. Ἐμεῖς ὅμως ὅλοι διερχόμαστε τήν περίοδο τῆς ἐπίγειας περιπλανήσεώς μας μέ τήν ἔφεση νά ὁμοιωθοῦμε πρός Αὐτόν. Ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει πραγματικά νά ὑπάρχει ἀπό τή στιγμή πού συνειδητοποιεῖ τόν ἑαυτό του ὡς υἱό τοῦ αἰωνίου Πατρός καί προφέρει τήν προσευχή «Πάτερ ἠμῶν» μέ τή συνείδηση αὐτή. Ἐμεῖς ὅμως δέν ἔχουμε αἰσθανθεῖ ἀκόμη πλήρως τήν ἀξία αὐτή τοῦ ἀνθρώπου, καί γι’ αὐτό παρακάμπτουμε τόν δρόμο τῆς διαμορφώσεώς μας, τῆς αὐξήσεώς μας ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Χωρίς τόν Χριστό εἶναι ἀδύνατο νά δικαιώσουμε τήν ἀνθρωπότητα… Καί μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Χριστός, ταυτόχρονα Θεός καί Ἄνθρωπος, δικαιώνει τόν Θεό μπροστά στόν κόσμο, φανερώνοντας στόν κόσμο τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Πατέρα, ἐνῷ δικαιώνει καί τόν ἄνθρωπο μπροστά στόν Θεό, δείχνοντας στόν Θεό Πάτερα τή γνήσια μορφή τοῦ Ἀνθρώπου. Ἡ δικαίωση ὅμως αὕτη δέν εἶναι “νομική”, ὅπως πολλοί χριστιανοί τείνουν νά νομίζουν, ἀλλά ἐντελῶς ἄλλης τάξεως.








