Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.
Γέννηση και ανατροφή
Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα, η οποία την ανέλαβε για να την θηλάσει (ας μην ξεχνάμε ότι τότε δεν υπήρχαν βρεφικά γάλατα και εάν μια νέα μητέρα έφευγε από τη ζωή, το θηλασμό του βρέφους αναλάμβανε μια άλλη μητέρα).

14 Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. 19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐ-τοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
Ἡ πρώτη παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ πρός τόν προφήτη Ἠλία εἶναι ὅτι τόν διατρέφει στήν ἔρημο μέσω ἑνός πτηνοῦ πού εἶναι μισότεκνο, τόν διατρέφει μέ ἕναν κόρακα. Καί εἶναι γνωστό ὅτι ὁ κόρακας εἶναι ζῶο μισότεκνο, γιατί δέν ἀγαπᾶ οὔτε τρέφει τά νεογνά του. Γι’ αὐτό ὁ προφήτης Δαβίδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό καί νά Τοῦ ζητοῦν τροφή «καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν» (τόν Θεό). Καί γίνεται αὐτό διότι ὁ γονέας τους δέν τούς φέρνει τροφή. Βέβαια εἶναι γνωστό ὅτι τά νεογνά τῶν κοράκων, μᾶλλον θά λέγαμε ὅλα τά νεογνά, δέν ἔχουν δύναμη, γιά νά συλλέξουν τήν τροφή τους, γι’ αὐτό τό ἔργο αὐτό τό ἀναλαμβάνουν οἱ γονεῖς τους. Ὅμως τά νεογνά τῶν κοράκων τό στεροῦνται αὐτό, διότι οἱ γονεῖς τους εἶναι μισότεκνοι. Καί ὁ Δαβίδ, γιά νά δείξει τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, λέει ὅτι ὁ Θεός τρέφει τά νεογνά αὐτά. Πῶς; Τά μικρά τῶν κοράκων κρατοῦν τό στόμα τους ἀνοικτό στόν ἀέρα καί ἡ Θεία Πρόνοια ἐπιτρέπει νά πετοῦν στόν ἀέρα μικρά ζωΰφια, τά ὁποῖα μπαίνουν στό στόμα τους καί ἔτσι διατρέφονται καί μεγαλώνουν. Γι’ αὐτό λέει: «τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν».
Ἀφ’ ὅτου ὡς νέος γνώρισε τοὺς ὁσίους Γέροντες Σίλβεστρο, Ἀρσένιο, Γρηγόριο καὶ Νήφωνα, ὁ θεῖος πόθος πυρπόλησε τὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἰσάγγελον ζωὴ τῶν μοναχῶν. Τόσος ἦταν ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ παραμείνη καὶ μία ἀκόμη στιγμὴ στὸν κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιστατικὸ πού ἔλαβε χώρα στὸ λιμάνι τῆς Νάξου τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.







