Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ

 Πέμπτη ἑβδομάς τῶν Νηστειῶν εἶναι τό λειτουργικό ἀποκορύφω-μα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Οἱ ἀκολουθίες εἶναι μακρότερες καί ἐκλε-κτότερες. Στή συνήθη ἀκολουθία τῶν λοιπῶν ἑβδομάδων θά προστε-θοῦν δύο νέες ἐκτενεῖς ἀκολουθίες·τήν Πέμπτη ὁ Μέγας Κανών καί τό Σάββατο ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Κανονικά τό ἀποκορύφωμα αὐτό θά ἔπρεπε νά ἀναζητηθῇ στήν ἑπομένη, στήν ἕκτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, πού εἶναι καί ἡ τελευταία τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἀλλά ὅλα στή λατρεία μας ἔχουν τακτοποιηθῆ ἀπό τούς Πατέρας μέ πολλή μελέτη καί περίσκεψι. Μέ «διάκρισι», κατά τήν ἐκκλησιαστική ἔκφρασι.

Δ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος

Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

Γιατί ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ αὐτόν τόν Ἅγιο στό μέσον τῆς νηστείας, ὡσάν τήν πιό ἅγια εἰκόνα, ὥστε νά ἀτενίζουν ὅλοι σέ Αὐτόν;

Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐβίωσε καί ἔγραψε τήν Κλίμακα τοῦ Παραδείσου, πού ἐβίωσε τήν ἀνάβασι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κόλασι μέχρι τόν Οὐρανό, μέχρι τόν Παράδεισο. Αὐτός ἐβίωσε τήν κλίμακα ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τήν κλίμακα πού ἐκτείνεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς κολάσεως τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν κορυφή τοῦ παραδείσου. Ἐβίωσε καί ἔγραψε. Ἄνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Ἄνθρωπος πού ὡδήγησε τήν ψυχή του εἰς τάς ὁδούς τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ὡδήγησε ὁλόκληρη ἀπό τήν κόλασι στόν παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, καί πού θεόσοφα μᾶς περιέγραψε ὅλη αὐτή τήν πορεία, τί δηλαδή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πολεμώντας μέ τόν κάθε διάβολο πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἁμαρτία. Μέ τήν ἁμαρτία μᾶς πολεμάει ὁ διάβολος, καί μένα καί σένα, ἀδελφέ μου καί ἀδελφή μου. Σέ πολεμάει μέ κάθε ἁμαρτία.

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 30 Μαρτίου 2025, Δ΄ Νηστειῶν – Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Ἑβρ. ς΄ 13-20)

13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγει­λάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυ­τοῦ, 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. 16 ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρ­κος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγ­γελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­δύνατον ψεύσασθαι Θε­όν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔ­χο­μεν οἱ καταφυγόντες κρα­­τῆ­σαι τῆς προκειμένης ἐλπί­δος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

13 Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ θά πραγματοποιηθοῦν ὁπω­σδήποτε. Διότι ὅταν ἔδωσε ὁ Θεός τίς ἐπαγγελίες στόν Ἀβραάμ, ὁρκίστηκε ὅτι θά τίς πραγματοποιήσει. Κι ἐπειδή δέν εἶχε κανέναν ἀνώτερό του ὁ Θεός νά ὁρ­κι­­­στεῖ σ’ αὐτόν, ὁρκίστηκε στόν ἑαυτό του 14 καί εἶπε: Σοῦ ὑπόσχομαι ἀληθινά ὅτι θά σέ εὐλο­γή­σω πολύ πλούσια καί θά πληθύνω πάρα πολύ τούς ἀπο­γόνους σου. 15 Ἔτσι πῆρε ὁ Ἀβραάμ τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. Κι ἀφοῦ περίμενε μέ ὑπομονή πολλά χρόνια, πέτυχε τήν ἐκπλήρωση τῆς εὐλογίας πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὡς πρός τό σημεῖο πού ἀναφερόταν στήν ἐπίγεια ζωή του. Ἀπέκτησε δηλαδή ἀπό τή Σάρρα παιδί, ἀπό τό ὁποῖο πληθύνθηκαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατριάρχη κι ἔγιναν ἕνα μεγάλο ἔθνος. 16 Ὁ Θεός ὁρκίστηκε στόν ἑαυτό του. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια ὁρκίζονται στό Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους. Καί δίνουν ὅρκο οἱ ἄνθρωποι, γιά νά στα­ματήσουν κάθε ἀντίρρηση καί ἀμφισβήτηση μεταξύ τους καί γιά νά ἐπιβεβαιώσουν τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τους. 17 Ἐπειδή λοιπόν μέ τόν ὅρκο ἀποκλείεται κάθε ἀμ­φι­βολία καί ἐπειδή ὁ Θεός ἤθελε νά δείξει καθαρά καί μέ μεγαλύτερη βεβαιότητα σ’ ἐκείνους πού θά κλη­ρο­νομοῦσαν τίς ἐπαγγελίες του ὅτι ἦταν ἀμετάκλητη καί ἀμε­τάθετη ἡ ἀπόφασή του νά πραγματοποιήσει τά ὅσα ὑπο­σχέθηκε, γι’ αὐτό δέχθηκε ἀπό ἄκρα συγκατάβαση καί ἀγαθότητα νά μεσολαβήσει ὅρκος στά λόγια του. 18 Καί δέχθηκε τή μεσολάβηση τοῦ ὅρκου, ὥστε μέ δύο πράγματα στερεά καί ἀμετακίνητα, δηλαδή μέ τήν ὑπό­σχεσή του καί μέ τόν ὅρκο του, στά ὁποῖα εἶ­ναι ἀπο­λύτως ἀδύνατο νά πεῖ ψέματα ὁ Θεός, νά ἔ­­χου­με ἐμεῖς πού καταφύγαμε σ’ αὐτόν μεγάλη ἐνθάρρυνση καί προτροπή καί στήριγμα προκειμένου νά κρατήσουμε δυνατά τήν ἐλπίδα πού βρίσκεται μπροστά μας. 19 Αὐτή τήν ἐλπίδα τήν ἔχουμε σάν ἄγκυρα τῆς ψυχῆς. Αὐτή μᾶς ἀσφαλίζει ἀπό τούς πνευματικούς κινδύνους καί εἶναι σταθερή καί ἀμετακίνητη καί εἰσέρχεται στόν οὐ­ρανό, τόν ὁποῖο εἰκονίζει ὁ ἱερός τόπος τῆς σκηνῆς καί τοῦ ναοῦ πού ἐκτεινόταν πιό μέσα ἀπό τό καταπέτα­σμα καί λεγόταν Ἅγια Ἁγίων. 20 Ἐκεῖ, στόν οὐρανό, ὡς πρόδρομος μπῆκε ὁ Ἰησοῦς πρίν ἀπό μᾶς καί γιά χάρη μας, γιά νά μᾶς ἀνοίξει τό δρόμο καί γιά νά μᾶς ἑτοιμάσει τόπο. Καί ἔτσι ἀνα­δεί­χθηκε ἀρχιερέας ὄχι προσωρινός ἀλλά αἰώνιος, «κατά τήν τάξη Μελχισεδέκ».

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 30 Μαρτίου 2025, Κυριακή Δ΄ Νηστειῶν – Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Μάρκ. θ΄ 17-31)

Tῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυ­πετῶν αὐτῷ καὶ λέγων δι­δά­σκα­λε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐ­­τῷ λέγει ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πό­τε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξο­μαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐ­­σ­πά­ραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶ­πε παιδιόθεν. καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπο­­λέσῃ αὐτόν ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡ­μᾶς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύ­νασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔ­λεγε πιστεύω, Κύριε βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.

Ε΄ Ὠδή τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

«Ἐξέστη τὰ σύμπαντα ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου· σύ γάρ, ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἔσχες ἐν μήτρᾳ τὸν ἐπὶ πάντων Θεὸν καὶ τέτοκας ἄχρονον Υἱόν, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσι σε, σωτηρίαν βραβεύοντα».

 Ὅλος ὁ κόσμος ἔμεινε ἔκπληκτος γιά τή θεία δόξα σου· διότι σύ, ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἀξιώθηκες νά δεχτεῖς στή μήτρα σου τὸν Θεό πού βρίσκεται πάνω σὲ ὅλα τὰ κτίσματα (καὶ τὰ ἐξουσιάζει), καὶ ἔχεις γεννήσει τὸν ἄχρονο Υἱὸ τοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος χαρίζει τή σωτηρία σὰν βραβεῖο σὲ ὅσους μὲ εὐλάβεια σὲ ἀνυμνοῦν.

Ἡ ἔκσταση εἶναι ὁ συνεπαρμὸς τῆς ψυχῆς πού γεννιέται μπροστὰ στό θαῦμα. Βλέποντας ὁ ἄνθρωπος κάτι μεγάλο, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὰ κοινὰ μέτρα καὶ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, κάτι πού δέν μπορεῖ νά ἐξηγήσει μὲ τὸ λογικὸ ὁπλισμὸ τῆς φύσεώς του, κάτι ἀκατανόητο καὶ ἀκατάληπτο, μένει ἄφωνος, πέφτει σὲ ἔκσταση, καταπλήσσεται. Ἰδιαίτερα μάλιστα, ὅταν βλέπει τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ, κυριεύεται ἀπὸ ἱερὸ τρόμο καὶ θαυμασμὸ καὶ ξεσπᾶ σὲ ἀνύμνηση τῆς θείας μεγαλειότητας καὶ παντοδυναμίας.

Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

ὰν πρέπει κάποτε νὰ χαίρη ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ σκιρτᾶ καὶ νὰ ψάλλη μὲ εὐφροσύνη, ἐὰν ὑπάρχη μιὰ περίοδος ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ λεχθῆ ὅ,τι ὑπάρχει πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ λαμπρὸ καὶ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ποθῆ νὰ ἔχη ὅσο τὸ δυνατὸν εὐρύτερη σχέση, ὡραιότερη ἔκφραση καὶ δυνατώτερο λόγο, γιὰ νὰ ὑμνήση τὰ μεγαλεῖα της, δὲν βλέπω ποιὰ ἄλλη μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτή, ἂν ὄχι ἡ σημερινὴ γιορτή. Γιατί σὰν σήμερα ἔφθασε στὴ γῆ Ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀναγγέλλοντας τὴν ἀπαρχὴ ὅλων τῶν καλῶν. Σήμερα ὁ οὐρανὸς μεγαλύνεται. Σήμερα ἡ γῆ ἀγάλλεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση χαίρει. Καὶ δὲν μένει ἔξω ἀπὸ τὴ γιορτὴ οὔτε Αὐτὸς ποὺ κρατεῖ στὰ χέρια τοῦ τὸν οὐρανό. Γιατί αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σήμερα εἶναι ἕνα πραγματικὸ πανηγύρι. Ὅλοι συναντιοῦνται σ’ αὐτό, στὴν ἴδια χαρά. Ὅλοι ζοῦν καὶ δίνουν καὶ σ᾿ ἐμᾶς τὴν ἴδια εὐφροσύνη: Ὁ Δημιουργός, τὰ δημιουργήματα ὅλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ τοῦ πρόσφερε τὴ φύση μας καὶ τὸν ἔκαμε ἔτσι κοινωνὸ στὶς χαρμόσυνες συνάξεις καὶ τὶς γιορτές μας. Χαίρει πρὶν ἀπ’ ὅλους ὁ Δημιουργός. Γιατί εἶναι βέβαια εὐεργέτης κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἔχει σὰν ἔργο Του τὴν εὐεργεσία. Ποτὲ Του δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε καὶ δὲν ξέρει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ προσφέρη καὶ νὰ εὐεργετῆ. Σήμερα ὅμως, χωρὶς νὰ σταματήση τὸ σωτήριο ἔργο Του, περνᾶ στὴ δεύτερη θέση, ἔρχεται ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ εὐεργετοῦνται.