Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως
«Εἶπε ὁ Κύριος: Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ παρὰ μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό. Ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ χάλκινο φίδι στὴν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν νὰ μὴ χαθεῖ ἀλλὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στὸν θάνατο τὸν μονογενῆ του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια. Γιατί, ὁ Θεὸς δὲν ἔστειλε τὸν Υἱό του στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταδικάσει τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. 3, 13-17).
Τὰ λόγια του Χριστοῦ στὴν περικοπὴ Ἰωάν. 3, 13-17 ἀποτελοῦν μέρος τῆς συζητήσεώς του μὲ τὸν Νικόδημο, τὸν Ἰουδαῖο ἄρχοντα ποὺ ἦλθε μία νύκτα κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ὁμοθρήσκους του νὰ καταθέσει τὴν προσωπικὴ ὁμολογία του πρὸς τὸν σταλμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ διδάσκαλο ποὺ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ ἔργα καὶ σημεῖα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ δι’ αὐτοῦ. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὴν κρυφὴ ὁμολογία τοῦ Νικοδήμου, βρίσκει εἰλικρινεῖς τὶς προθέσεις του καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει μερικὲς βασικὲς πτυχὲς τῆς διδασκαλίας του ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπόμνημα στὸ ὅλο ἔργο του καὶ στὸ σκοπὸ τῆς Ἐνανθρωπήσεώς του.
Περισσότερα: Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀποκάλυψη τῆς Θείας ἀγάπης
13 […] οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.
Μὲ παρακινεῖ πρὸς λόγον ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Πατρὸς καὶ μὲ τρόπον ἀνέκφραστον ἐκυοφορήθη στὴν μήτραν τῆς Παρθένου· αὐτὸς μολονότι ἔγινε πρὸς χάριν μου ὡσὰν ἐμένα, εἶναι ἀπαθὴς ὡς πρὸς τὴν Θεότητα, καὶ περιεβλήθη σῶμα ὁμοιοπαθὲς μὲ τὸ ἰδικόν μου· αὐτὸς ποὺ ἐπιβαίνει σὲ ἅρματα Χερουβικὰ καὶ ἀνέβη σὲ πῶλον ὄνου, ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης, αὐτὸς ποὺ ἐπευφημεῖται ἀπὸ τὰ Σεραφὶμ ὡς ἅγιος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀποδέχεται τὰ ψελλίσματα τῶν παιδιῶν ἀπὸ τὴν ἄκακο γλώσσα τους. Αὐτός, ἐνῶ εἶναι Θεός, ἔλαβε τὴν μορφὴ τοῦ δούλου καὶ διατηρεῖ αὐτὴν τὴν μορφὴ τοῦ δούλου στὸ διηνεκὲς· ὡς Θεὸς εἶναι ἄϋλος καὶ ἀόρατος, ἀλλὰ ἐδέχθη νὰ λάβη σῶμα ὁρατὸν καὶ ψηλαφητὸν· ἦλθεν ἑκουσίως πρὸς τὸ Πάθος, γιὰ νὰ μᾶς χαρίση τὴν ἀπάθειαν. Διότι ἐπειδὴ εἶδε τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν του, τὸν ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖον ἔπλασε κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσί του, νὰ ἔχη δελεασθῆ ἀπὸ τὴν ἀπάτη τοῦ ὄφεως, νὰ ἔχη παραβῆ τὴν ἐντολήν του, νὰ εἶναι ὑποδουλωμένος στὴν φθορὰ καὶ ὑπεύθυνος γιὰ τὸν θάνατο, δὲν ἄντεξε ὁ φύσει συμπαθὴς τὴν στέρησι τοῦ ποθουμένου, ἀλλὰ μὲ πολλοὺς τρόπους τὸν ἐκάλεσε πρὸς ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν.








