Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 11 Φεβρουαρίου 2024, ΙΣΤ΄ Κυριακῆς (Β΄ Κορ. ς΄ 1-10)

Ἀδελφοί, συνεργοῦντες παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς — λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰ­δοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας — μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συν­ιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακρο­θυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν ­Πνεύματι Ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέ­χοντες. 

ΤΩΡΑ!

«Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας»

Μιὰ πολὺ σημαντικὴ ἀλήθεια μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴ Β΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του. Μιὰ ἀλήθεια, τὴν ὁποία συνήθως λησμονοῦμε οἱ ἄνθρωποι, βυθισμένοι στὴν τύρβη τῆς καθημερινότητας: Ἀφήνουμε τὴ ζωή μας νὰ φεύγει, χωρὶς νὰ ἐπιμελούμαστε ὅσο πρέπει τὴν ψυχή μας, καὶ χάνουμε τελικὰ τὴ μεγάλη εὐκαιρία. Τώρα εἶναι ἡ εὐκαιρία αὐτή, τονίζει ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος. Ἂς δοῦμε λοιπὸν στὴ συνέχεια, ὅτι ἡ παρούσα ζωὴ εἶναι ἡ μεγάλη εὐκαιρία γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴ σωτηρία μας καὶ ὅτι χωρὶς ἀναβολὴ πρέπει νὰ φροντίζουμε γι᾿ αὐτήν.

1. Ἡ μεγάλη εὐκαιρία

Ἀσφαλῶς ἡ ἀξία τῆς ζωῆς μας δὲν βρίσκεται στὰ λίγα χρόνια ποὺ θὰ περπατήσουμε ἐπάνω στὴ γῆ αὐτὴ καὶ στοὺς ἐφήμερους στόχους γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ κάποιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ πετύχουμε. Τὸ ταξίδι τῆς ζωῆς ἔχει ἄγνωστη διάρκεια, ἀόριστο τέλος. Ἂν καὶ ξεκινᾶ μὲ ὄνειρα καὶ ἐλπίδες, μπορεῖ νὰ δια­κοπεῖ ξαφνικὰ ἔπειτα ἀπὸ 5, 10, 40, 80 χρόνια, κάποτε καὶ μὲ ὀδυνηρὸ τρόπο. Καὶ τότε ὅλα τὰ ἐπίγεια χάνονται.

Ἡ ἀξία τῆς ἐπίγειας ζωῆς ἔγκειται στὸ ὅτι μὲ αὐτὴν μποροῦμε νὰ ἐξασφαλίσουμε τὴν αἰωνιότητα. Μποροῦμε νὰ τὴν ἀξιο­ποιήσουμε γιὰ νὰ φθάσουμε στὸν αἰώνιο προορισμό μας, ποὺ εἶναι ἡ οὐράνια Βασιλεία τοῦ Κυρίου, ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό, ἡ μετοχή μας στὴ θεϊκή του δόξα. Εἶναι ἡ χρυσὴ εὐκαιρία νὰ δώσουμε λίγα γιὰ νὰ λάβουμε πολλά, νὰ ἀνταλλάξουμε τὰ φθαρτὰ μὲ τὰ αἰώνια, τὰ ψεύτικα μὲ τὰ ἀληθινά, τὰ ἐπίγεια μὲ τὰ οὐράνια. Νὰ ἐξαγοράσουμε τὴν αἰώνια μακαριότητα τοῦ Οὐρανοῦ, τὴ χαρὰ τοῦ Παραδείσου. «Μὴ προδῶμεν τὸ εὔκαιρον» (ΕΠΕ, 19, 326), μᾶς προτρέπει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἂς μὴν ἀφήσουμε δηλαδὴ νὰ μᾶς φύγει ἡ μεγάλη εὐκαιρία.

Τὴν εὐκαιρία αὐτὴ τὴν ἔχουμε τώρα· μόνο τώρα· «νῦν». Δύο φορὲς ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη αὐτὴ γιὰ νὰ κάνει πιὸ ἐπιτακτικὸ τὸν λόγο του: «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας». Τώρα εἶναι ὁ κατάλληλος καιρός· τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ κερδίσουμε τὴ σωτηρία μας. Αὐτὸ τὸ «νῦν» ἀναφέρεται πρωτίστως στὰ χρόνια ποὺ θὰ μᾶς χαρίσει ὁ Θεὸς μέχρι τὸν θάνατό μας. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἄγνωστη ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς μας, τὸ «νῦν» ἀναφέρεται τελικὰ στὸ παρόν, στὴν παρούσα στιγμή, διότι μόνο αὐτὴ μᾶς ἀνήκει. Μόνο αὐτὴν μποροῦμε νὰ ἀξιοποιήσουμε. Ἀγνοοῦμε τί μᾶς ἐπιφυλάσσει τὸ μέλλον.

Τὸ παρὸν λοιπὸν ἔχουμε στὰ χέρια μας. Ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι ἡ μεγάλη εὐκαιρία γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴ σωτηρία μας. Πῶς θὰ τὴν ἀξιοποιήσουμε;

2. Χωρὶς ἀναβολὴ

Πόσο εὔκολα ξεχνιόμαστε οἱ ἄνθρωποι στὶς βιτρίνες τῆς γῆς, χωρὶς νὰ συν­ειδητοποιοῦμε ὅτι «τὸ τέλος ἐγγίζει»! Ἡ ζωή μας ὅλο καὶ τρέχει πρὸς τὸ ὁριστικὸ τέλος της. Πόσοι συνάνθρωποί μας ξα­φνικά, σὲ μιὰ ἀπρόσμενη στιγμὴ ἀναχώρησαν ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, χωρὶς νὰ τὸ περιμένουν! Συνεπῶς, φεύγουμε! Περαστικοὶ εἴμαστε! Δὲν θὰ μείνουμε γιὰ πάντα ἐδῶ. Καὶ βέβαια, μετὰ τὸν θάνατό μας θὰ εἶναι πλέον ἀργά. «Ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι» (Ἰω. θ΄ 4), λέει ὁ Κύριος. Ἔρχεται δηλαδὴ ἡ νύχτα τοῦ θανάτου καὶ κανεὶς τότε δὲν θὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάτι γιὰ τὴ σωτηρία του.

Συνεπῶς, ἂς μὴν ἀναβάλλουμε. Ἀμέσως ἂς προστρέξουμε στὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως γιὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχή μας μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας. Μετὰ τὸν θάνατο δὲν ὑπάρχει μετάνοια. Καλὸ εἶναι νὰ κλείσουμε τὰ αὐτιά μας στὸν μισόκαλο διάβολο ποὺ μᾶς ψιθυρίζει: «Ἔχεις ἀκόμη χρόνια μπροστά σου. Ζῆσε τὴ ζωή σου καὶ ἔπειτα μετανοεῖς». Θὰ ὑπάρξει, ἀλήθεια, αὐτὸ τὸ «ἔπειτα»; Εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Οὗτος ὁ αἰὼν τῆς μετανοίας, ἐκεῖνος τῆς ἀνταποδόσεως· οὗτος τῆς ἐργασίας, ἐκεῖνος τῆς μισθαποδοσίας· οὗτος τῆς ὑπομονῆς, κἀκεῖνος τῆς παρακλήσεως» (PG 32, 1236). Τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ μετανοήσουμε. Μετὰ τὸν θάνατο θὰ λάβουμε τὴν ἀνταπόδοση. Τώρα εἶναι ἡ εὐκαιρία νὰ ἐργασθοῦμε. Τότε θὰ λάβουμε τὸν μισθὸ τῶν κόπων μας. Τώρα ἂς κάνουμε ὑπομονή, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τότε τὴν αἰώνια παρηγοριὰ καὶ εὐφροσύνη.

Χωρὶς σπορὰ δὲν γίνεται θερισμός, οὔτε ὑπάρχει συγκομιδὴ καρποῦ. Τώρα εἶναι ὁ καιρὸς γιὰ νὰ σπείρουμε. Χωρὶς ἀναβολή, λοιπόν! Τώρα εἶναι ἡ μεγάλη εὐκαιρία νὰ δείξουμε ἀγάπη στοὺς οἰκείους μας, νὰ ἐλεήσουμε τοὺς φτωχοὺς ἀδελφούς μας, νὰ συγχωρήσουμε ὅσους μᾶς ἀδίκησαν, νὰ συμφιλιωθοῦμε μὲ ὅσους ἔχουμε κάποια ψυχρότητα, νὰ τακτοποιήσουμε κάθε ἐκκρεμότητα στὴν παρούσα ζωὴ καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε, ὥστε, ὅταν κλείσουμε τὰ μάτια μας στὸν παρόντα κόσμο, νὰ τὰ ἀνοίξουμε στὴν οὐράνια Βασιλεία, ὅπου θὰ ἀτενίζουμε αἰώνια τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.